Tό δἐ δή πάντων ερπετῶν δεινότατον ὧν ή ψάμμος τρέφει ή διψάς έστιν, ὂφις ού πάνυ μέγας, εχίδνῃ ὂμοιος, τό δῆγμα βίαιος, τόν ίόν ταχύς, όδύνας μέν άληκτους έπάγων εύθύς· εκκαίει τε γάρ και σήπει και πίμπρασθαι ποιεῖ, και βοῶσι ὣσπερ οί έν πυρᾷ κείμενοι. Τό δε μάλιστα καταπονοῦν και κατατρῦχον αυτούς έκεῖνό έστιν, ομώνυμον πάθος τῷ έρπετῷ· διψῶσι γάρ εις υπερβολήν, καί, τό παραδοξότατον, ὂσῳπερ ἃν πίνωσι, τοσούτῳ μᾶλλον ορέγονται τοῦ ποτοῦ, και ή έπιθυμία πολύ πλέον έπιτείνεται αύτοῖς· ούδ’ ἃν σβέσειάς ποτε τό δίψος, ούδ’ ἢν τόν Νεῖλον αυτόν ἢ τόν Ἲστρον ὂλον εκπιεῖν παράσχῃς, αλλά προσεκκαύσεις έπάρδων τήν νόσον, ὣσπερ ἃν εἳ τις ελαιῳ πῦρ κατασβεννύοι.

Il più terribile fra i serpenti (genitivo partitivo) che la sabbia alleva è la dipsade, un serpente non molto grande, simile alla vipera, il morso violento, il veleno rapido, che provoca subito dolori incessanti; brucia infatti e fa andare in cancrena e fa essere arso, gridano come quelli che bruciano nella pira. È quello che soprattutto li sfinisce e li tormenta la malattia corrisponde di nome al serpente:...(continua)